ασπάλακας

τυφλό σύστημα

ΟΝΕΙΡΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

«Το παρελθόν δεν είναι νεκρό, δεν είναι ούτε παρελθόν», μας είπε κάποτε ο Αμερικανός νομπελίστας Ουίλιαμ Φόκνερ. Κατάγομαι από δεξιά οικογένεια, ο πατέρας μου επί χούντας ως ελεύθερος επαγγελματίας είχε προσλάβει στην δούλεψή του έναν συνεργάτη αριστερών φρονημάτων. Μικρός εγώ τότε, θυμάμαι την αστυνομία να έρχεται και να πιέζει τον πατέρα μου να διώξει τον Νώντα γιατί είχε φάκελο στην ασφάλεια. Σαφώς, δεν μπορεί να λέγεται Αριστερά η παράταξη που δεν σέβεται τη Δημοκρατία, ούτε μέσα στο Κόμμα ούτε μέσα στην Κοινωνία. Όμως πώς να βιώσει ο Νώντας μια τέτοια αλήθεια, όταν είχε θυσιάσει τα νιάτα του σ’ αυτή την ιδεολογία; Υπήρξε εξαιρετικός άνθρωπος, περίπου 35 ετών την εποχή της χούντας, οικογενειάρχης με τρία παιδιά, αποδείχθηκε μέχρι τέλους ιδανικός συνεργάτης. Σήμερα το μόνο που επιβιώνει από τις αντικομμουνιστικές απόψεις της εποχής εκείνης είναι κάποια αντικομμουνιστική ρητορεία, ορολογίας επίπεδου «συμμοριτοπόλεμου», ελάχιστων πολιτικών που ψαρεύουν ψήφους σε θολά νερά.

Ας κάνουμε όμως, εν τάχει, μια μικρή αναδρομή. Ποιος και γιατί προκάλεσε τον Εμφύλιο; Η Αριστερά, η οποία ήθελε να πάρει την εξουσία με τη βία. Ήθελαν, σε πρώτη φάση, να κυριαρχήσουν στην κατεχόμενη Ελλάδα με την πειθώ και συχνότερα με τη βία, ώστε μετά την αποχώρηση των Γερμανών να καταλάβουν την εξουσία με νόμιμο τρόπο ή, εάν αυτό δεν ήταν δυνατόν, με τη βία. Η μαζικότητα της συμμετοχής στο ΕΑΜ οφείλεται στο ότι επέβαλε το μονοπώλιο της ισχύος του και πολλοί έγιναν μέλη του, όχι μόνο λόγω ιδεολογικής συγγένειας, αλλά και προσδοκώντας οφέλη ή από φόβο. Το 1943 στην Ελλάδα υπάρχουν δύο αντιμαχόμενα άκρα, εξίσου «κακά» ή «επιβλαβή» για τον ελληνικό λαό, το «ΕΑΜ/ΚΚΕ» και οι συνεργάτες των Γερμανών (το ΕΑΜ, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το όχημα του ΚΚΕ). Από τον Δεκέμβρη του 1943 και μετά, το άκρο είναι μόνο ένα: ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδος· εφόσον ο έτερος μονομάχος είναι η νόμιμη κυβέρνηση των Αθηνών. Ο εγκληματίας σκοτώνει λίγο, ο φιλόδοξος πολύ και ο ιδεολόγος τερατωδώς.

Η συνεισφορά της Αντίστασης, ο ένοπλος αγώνας κατά των κατακτητών, ήταν αξιόλογος μόνο σε συμβολικό επίπεδο, γιατί επί της ουσίας αποτιμάται αρνητικά: πολλές ζημιές στις υποδομές προκλήθηκαν από την ίδια την Αντίσταση· ενίσχυσε τη συνεργασία πολλών αντικομμουνιστών με τους κατακτητές· υπονόμευσε την πολιτική και οικονομική ανόρθωση της χώρας· και δηλητηρίασε την πολιτική ζωή για δεκαετίες. Χωρίς την βρετανική προτροπή και βοήθεια είναι αμφίβολο αν ο ένοπλος αντιστασιακός αγώνας θα είχε πάρει τις διαστάσεις που πήρε. Το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ/ΚΚΕ δεν κατάφερε κάποιο σημαντικό πλήγμα εναντίον των δυνάμεων κατοχής — αντίθετα, το κύριο έργο του ήταν η συντριβή αντίπαλων αντιστασιακών ομάδων. Αλλά, ακόμα κι όταν συγκρουόταν με τις δυνάμεις κατοχής, τα αντίποινα ήταν τόσο φοβερά, ώστε δεν άξιζε ο αγώνας. Η πιο επικίνδυνη ιδέα, που προτρέπει σε απόδραση από την σκέψη, δεν είναι αυτή που είναι λανθασμένη, αλλά αυτή που είναι εν μέρει σωστή.

Τα Τάγματα Ασφαλείας, οι παραστρατιωτικές ομάδες κατά της Αριστεράς, απέκτησαν ημιεπίσημη αναγνώριση προκειμένου να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικότερα οι οπλισμένοι κομμουνιστές στην ύπαιθρο. Αυτό ήταν απαραίτητο είτε ως αντίδραση στις εκατέρωθεν βιαιότητες, είτε ως προετοιμασία για την διαφαινόμενη σύγκρουση του ποια πλευρά θα επικρατούσε στην Ελλάδα μετά την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων: οι «κομμουνιστές» ή οι «αντικομμουνιστές». Μεγάλο μέρος των ταγματασφαλιτών δεν εμφορούνταν από κάποια φιλοναζιστικά αισθήματα. Το βασικό επιχείρημά τους ήταν ότι το ΚΚΕ αναζητούσε απλώς μια δικαιολογία για να περάσει στην στρατιωτική σύγκρουση και, όντως, όταν εξασφάλισε τη βοήθεια από τους ξένους συντρόφους έγινε δυνατή η κήρυξη του Εμφυλίου. Έτσι εξηγείται η ευνοϊκή μεταχείριση των ταγματασφαλιτών μετά την απελευθέρωση, γιατί το κράτος δεν είχε ούτε την πολυτέλεια αλλά ούτε και την επιθυμία να σπαταλήσει ανθρώπινους πόρους που του ήταν απαραίτητοι. Τελειώνω την αναφορά στον Εμφύλιο αναφέροντας πως αν στο παρελθόν χρειάστηκε να ξεπεραστεί το αφήγημα των «Εαμοβούλγαρων», σήμερα είναι ανάγκη να αποδομηθεί το αντίστοιχο των «γερμανοτσολιάδων». Δυστυχώς οι βλακώδεις ιδέες είναι αιώνιες και πάντα θα βρίσκονται πολιτικοί να τις ανακαλύπτουν εκ νέου.

Ας έρθουμε στο ΣΗΜΕΡΑ.

Είναι γεγονός ότι οι σημερινοί κομμουνιστές δεν χρησιμοποιούν στις κινητοποιήσεις τους ελληνικές σημαίες. Αυτό συμβαίνει επειδή η γαλανόλευκη έχει συνδεθεί με τους πολιτικούς αντιπάλους τους. Δεν σημαίνει ότι είναι λιγότερο πατριώτες. Στον μαρξιστικό διεθνισμό έχει μπει ιστορική ταφόπλακα, η αριστερά έχει εξελιχθεί, όπως και ο καπιταλισμός του 19ου αι. έχει εξελιχθεί. Όσοι δεξιοί ψάχνουν για απάτριδες, ας τους ψάξουν σε κάποιους δεξιοαριστερούς φιλελέδες. Το ποσοστό που ένα κοινωνικό αγαθό μπορεί να είναι δημόσιο ή ιδιωτικό δεν δικαιολογεί κανένα αντικομμουνισμό. Οι κομμουνιστές είναι σεμνοί, με αποδεδειγμένη αντιφιλοτομαριστική διάθεση, πατριωτικά ιδεώδη και ισχυρό πολιτικό αισθητήριο.

Όσοι δεξιοί πολιτικοί πουλάνε ακόμη αντικομμουνισμό, εκτός ότι αρθρώνουν λόγο της δεκαετίας του ’70, προδίδουν και σοβαρό έλλειμμα πολιτικού αισθητηρίου: οι κομμουνιστές είναι πλέον ΣΥΜΜΑΧΟΙ των δεξιών σε θέματα συλλογικών αξιών και εναντίωσης στην σύγχρονη ατομικιστική λοιμική του υπερφιλελευθερισμού. Επίσης ποτέ μου δεν κατάλαβα τι είναι αυτή η καραμέλα της «ιδεολογικής κυριαρχίας της αριστεράς», όταν οι ψηφοφόροι έδιναν 85% στους γαλαζοπράσινους «κουμπάρους». Ο κομμουνισμός αποδείχθηκε ο εκφυλισμός ενός ονείρου δικαιοσύνης, οπότε η αριστερά σταμάτησε να ταυτίζεται μαζί του και διαφοροποιήθηκε ρητώς σε τρεις βασικούς άξονες: α) τον προσανατολισμό στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, β) την απεμπόληση του μυθεύματος της ένοπλης εξέγερσης και της δικτατορίας του προλεταριάτου, γ) την απεμπόληση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού ως τρόπου λειτουργίας του κόμματος.

Και επιστρέφοντας στον αριστερό Νώντα, ερωτώ: μπορώ εγώ τώρα να πάω και να πω στα παιδιά του πως ο πατέρας τους ήταν συμμορίτης; Σε καμιά περίπτωση! Πρώτον, διότι ήταν εντιμότατος άνθρωπος, δεν ανήκε σε καμιά συμμορία· απλά υποστήριζε κάποιες πολιτικές ιδέες παράνομες την εποχή εκείνη. Δεύτερον, πόσο πατριωτικό είναι να αναζωπυρώσω μια συζήτηση που έχει τελειώσει προ πολλού, μόνο και μόνο για να αισθανθώ εγώ ανώτερος ιδεολογικά; Τρίτον, σήμερα δεν με χωρίζει τίποτε με τα παιδιά του, αντιθέτως με ενώνουν πάρα πολλά, συγκεκριμένα: όλοι ψηφίζουμε Σύριζα, αν και ιδεολογικά συντηρητικός εγώ (με την λογική του «μη χείρον, βέλτιστον» για κόμματα εξουσίας) και σοσιαλιστές αυτοί.

Ο Νώντας ήταν ένας μικρός Μπελογιάννης: ιδεολογικά αγνός (στην δεκαετία του ’70 άρχισε η ζυγαριά να γέρνει οριστικά προς την πλευρά του καπιταλισμού), ανιδιοτελής (προφανώς όχι άσφαλτος) και πάνω από όλα, ΑΝΤΡΑΣ, με δίδαξε πως να αγωνίζομαι.

Ο αριστερός Νώντας· με τρεις λέξεις: με έκανε καλύτερο!

Δημήτρης Ζιαμπάρας