ασπάλακας

τυφλό σύστημα

ΓΥΦΤΙΚΑ ΣΚΕΠΑΡΝΙΑ

Πρωτογνώρισα τους τσιγγάνους ως φοιτητής στα 80s, στο ταξίδι με την αμαξοστοιχία Αθήνα-Θεσσαλονίκη· τότε που το ταξίδι διαρκούσε από 8-17 ώρες μέσα σε κουπέ 8 ατόμων. Συνήθως έκανα θαυμάσιες γνωριμίες στην διάρκεια αυτής της πολύωρης ταλαιπωρίας, εκτός μιας σκοτεινής και θυελλώδους νύχτας που η βροχή έπεφτε καταρρακτωδώς· τότε είχα την ατυχία να πέσω σε κουπέ με γύφτους, ενώ δεν μπορούσα να αλλάξω θέση: απίστευτη βρώμα και ανυπόφορη βαβούρα. Φίλος μου, κνίτης τότε που τους δικαιολογούσε· σήμερα μένει σε μονοκατοικία έξω από την Κόρινθο, έχουν, δε, μπουκάρει οι γύφτοι σπίτι του 2-3 φορές, την ώρα που κοιμάται με την οικογένειά του — έχει πολλάκις αναθεωρήσει τις τότε ταξικές αναλύσεις του. Στον στρατό φυσικά έβγαιναν μαζικά Ι5· ανίκανοι να υπηρετήσουν (δεν είχε νόημα άλλωστε η θητεία τους).

Μετέπειτα, τους γνώρισα σε ελάχιστες περιπτώσεις ως πελάτες. Σε μια σοβαρή υπόθεση που μοιραζόμουν με έναν άλλο συνάδελφο, τον ξύπνησαν το πρωί πριν το δικαστήριο καμιά 10αριά αγροτικά με κόρνες κάτω από το σπίτι του φωνάζοντάς τον να κατέβει· έκτοτε με απέφευγε ο συνάδελφος και εγώ αυτούς. Αργότερα έμαθα πως χτύπησαν μια εξαιρετική συνάδελφο —έγκυο κιόλας— που αναλάμβανε γύφτους, επειδή έχασε ένα ποινικό δικαστήριο. Οι περισσότεροι από αυτούς βιοπορίζονται από το έγκλημα: κυρίως ναρκωτικά και όπλα. Αρκετοί εξ αυτών έγιναν πλούσιοι και αλαζόνες· πλέον δεν υπάρχει περίπτωση ακόμη και ευκαιρίες εργασίας να τους δωθούν να τις αποδεχτούν· θα εργάζονται 5 φορές σκληρότερα για 10 φορές υποπολλαπλάσια χρήματα. Παντρεύονται πολύ νέοι 12-13 χρόνων· στα 35τους μοιάζουν με 55, ενώ έχουν ήδη εγγόνια· συνήθως δεν ζουν πολλά χρόνια.

Επίσης, τους έζησα ως συνεργάτες· δικαστικός αντιπρόσωπος σε διπλές εκλογές στο Ζεφύρι, όπου στην διάρκεια της εκλογικής διαδικασίας έπεφταν συνέχεια πυροβολισμοί. Λόγω ότι χρειαζόμουν εφορευτική επιτροπή για την διπλή καταμέτρηση, καλόπιανα κάποιες γύφτισες για να βγάλουν δουλειά. Τις έριξα στο φιλότιμο, αφήνοντας τες να πάνε το μεσημέρι στα σπίτια τους για να επιστρέψουν το απόγευμα· με εντυπωσίασε που επέστρεψαν — αδυνατούσαν όμως να κάτσουν με στοιχειώδη πειθαρχία και συγκέντρωση σε ένα τραπέζι για να κάνουν απλά πράγματα όπως το άνοιγμα φακέλων. Παρ’ όλα αυτά τις κρατούσα, γιατί διασκέδαζα αφάνταστα να τις παρατηρώ να συγκρούεται μέσα τους το φιλότιμο (να μην φανούν ανάξιες της εμπιστοσύνης μου — στους λευκούς συμπατριώτες μας το εύρισκα πιο δύσκολα αυτό), με την ίδια τους την φύση που αδυνατούσε να δεχθεί περιορισμούς· φυσικά κάποια στιγμή δεν άντεχαν να με διασκεδάζουν άλλο και έφυγαν. Φαντάζομαι και αυτές με την σειρά τους διασκέδαζαν με την δική μου αγωνία βγει η δουλειά σωστά και στην ώρα της.

Η ψυχοσύνθεσή τους είναι απαγορευτική οποιασδήποτε συνεργασίας για την επίτευξη συλλογικού στόχου, ο καθένας τους εργάζεται κατά μόνας, ενώ ποτέ στην ιστορία τους δεν σχημάτισαν κάποια μορφή πολιτικής εκπροσώπησης (ως επαγγελματικές εξαιρέσεις έχω γνωρίσει τσιγγάνο δικηγόρο και νοσηλεύτρια, που δεν έχουν όμως σχέσεις με την φυλή). Οι δεξιοαριστερές φιλελέδικες ανοησίες περί περιθωριοποίησής τους, θέλουν να αγνοούν το γεγονός ότι αδυνατούν όλες οι φυλές να υιοθετήσουν τις αξίες —και ως εκ τούτου τα κριτήρια αξιολόγησης— ενός μόνο τρόπου ζωής. Γιατί νομίζετε πως οι Αμερικανοί έφερναν μαύρους για σκλάβους και δεν έπαιρναν τους ιθαγενείς ινδιάνους που είχαν δίπλα τους κατά εκατομμύρια; Διότι όταν έβαζαν τους ινδιάνους να δουλέψουν αλυσοδεμένοι ή τους περιόριζαν στον χώρο πέθαιναν· έτσι απλά. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τους τσιγγάνους (εμείς κάνουμε για δούλοι, ειδικά όσοι από εμάς δεν το ξέρουμε — αυτοί δεν κάνουν, είτε το ξέρουν, είτε όχι).

Γενικώς, το επίπεδό τους είναι απελπιστικά χαμηλό (δεν γνωρίζουν καν την ημερομηνία γέννησής τους). Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανταπόδειξη στις κοινωνιολογικές θεωρίες της ενσωμάτωσης (Βρετανικές ονειρώξεις) και αφομοίωσης (Γαλλικές ονειρώξεις) από το ιστορικό παράδειγμα για χιλιετίες της αναφομοίωτης τσιγγάνικης φυλής στις Ευρωπαϊκές κοινωνίες. Δεν έχουν καμιά διάθεση εκπαίδευσης, ούτε καμιά έφεση στα γράμματα. Είναι δε οι μεγαλύτεροι φυλετιστές, μιας και δεν αποδέχονται καμιά επιμιξία με ξένο ή ξένη. Ακόμη και τσιγγάνοι σύμβολά τους όπως ο τραγουδιστής Μανώλης Αγγελόπουλος που παντρεύτηκε λευκή, ποτέ δεν του το συγχώρησαν· αναμφισβήτητα είναι πολύ περήφανοι για την φυλή τους (και μπράβο τους!). Συνάντησα ακόμη και τσιγγάνους που ήρθαν Ελλάδα από Αλβανία (ναι, υπάρχουν Αλβανοί τσιγγάνοι), στους οποίους οι ντόπιοι τσιγγάνοι απαγόρεψαν να μείνουν στους καταυλισμούς. Αισθάνονται την φωνή του αίματος τόσο δυνατή, όσο αδύνατη την φωνή της λογικής. Και αν η έλλειψη πόρων είναι η μάνα της μικροεγκληματικότητας, τότε σίγουρα η έλλειψη λογικής είναι ο πατέρας.

Μεγαλύτερη ανοησία από την ονομασία «Ρωμά» δεν υπάρχει, οι ίδιοι οι τσιγγάνοι δεν αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους με αυτό το όνομα. Παλαιότερα, είχαν θετική συμβολή στην οικονομία του τόπου: σιδεράδες, πεταλωτές, γανωματάδες, καλαθοπλέκτες και πανηγυριτζήδες (ποτέ δεν άντεχαν να κάνουν αγροτικές ή κτηνοτροφικές εργασίες, ενώ ανέκαθεν είχαν έφεση στην μικροεγκληματικότητα). Σήμερα αυτά τελείωσαν και αδυνατούν να προσαρμοστούν στις νέες οικονομικές συνθήκες που απαιτούν συνεχή εκμάθηση (εδώ εμείς και δυσκολευόμαστε!). Πλέον ζουν σχεδόν αποκλειστικά από το έγκλημα, ενώ τους θερίζουν τα αφροδίσια νοσήματα.

Βέβαια πριν αρχίσουμε να καμαρώνουμε σαν γύφτικα σκεπάρνια για την υπέρτερη νομιμοφροσύνη μας, να αναφέρουμε πως σύμφωνα με την επικρατούσα κοινωνική ηθική θεωρούμε: εγκληματικό να πουλήσει ναρκωτικά ο γύφτος· αντιδεοντολογικό να κάνει χειρουργεία χωρίς λόγο ο γιατρός· παράτολμο να πλαστογραφήσει μια διαθήκη ο δικηγόρος· τολμηρό να εκβιάσει για χρήματα ο εφοριακός· δικαίωμα να σκοτώσει το κυοφορούμενο έμβρυό της η έγκυος· δημοκρατία η βιομηχανία κατασκευής παραμυθιών με πεντάμορφες και τέρατα από τα ΜΜΕ· και μεγαλειώδες να κλέψει έναν λαό ο Σώρρος. Η κοινωνική απαξία μειώνεται, όσο η βαρύτητα του εγκλήματος αυξάνει: ο εγκληματίας καταλήγει φυλακή — ο μεγαλοεγκληματίας γράφει ιστορία.

Υπάρχει λύση με το πρόβλημα των τσιγγάνων; Όχι. Όπως στις σύγχρονες εθνικές οδούς δεν προβλέπονται λωρίδες για κάρα και πεζούς, έτσι και οι σύγχρονοι ρυθμοί ζωής δεν προβλέπουν θέση για δυσπροσάρμοστους ανθρώπους — το ακριβώς αντίθετο δηλαδή από αυτό που νομίζουν οι φιλελέδες. Επιβάλλεται, λοιπόν, να τους δίδονται επιδόματα πρόνοιας για να διατηρούν κάποιο στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης (μεταξύ μας, βρίσκω οικονομικότερο και δικαιότερο να τρέφω τους τσιγγάνους, παρά τις στρατιές συνομήλικών μου με πρόωρες συντάξεις «γήρατος»· ξέρω, δεν φταίνε αυτοί — ούτε όμως και εγώ). Απαραίτητες επίσης οι επιχορηγούμενες θέσεις απασχόλησης και εκπαίδευσης, επιπέδου οικονομίας 19ου αι. — όχι φυσικά για παραγωγική εργασία ή επιμόρφωση, αλλά για να περνάνε την ώρα τους. Αναπόφευκτη δυστυχώς και η συνεχής παρακολούθηση των καταυλισμών από ισχυρές δυνάμεις πρόληψης και καταστολής του εγκλήματος, με μηδενική μάλιστα ανοχή· καθώς η ροπή τους προς την παραβατικότητα είναι εγγενής, ενώ προς την εκπαίδευση ανύπαρκτη. Σε έναν κόσμο που όλοι είναι ένοχοι, η πραγματική αμαρτία είναι η βλακεία και από αυτή έχουν μπόλικη. Οι τσιγγάνοι ως πραγματική μειονότητα (όχι φαντασιακή όπως κάποιοι άλλοι) χρήζουν της προστασίας μας, γιατί διαβιούμε όλοι κάτω από τον ίδιο ουρανό — έστω και αν δεν βλέπουμε όλοι τον ίδιο ορίζοντα.

Η εκπληκτική ελλαδική φύση θα καταντούσε βαρετή, αν τα μόνα πουλιά που επιτρέπονταν να κελαηδούν ήταν τα αηδόνια και οι καρδερίνες.

Δημήτρης Ζιαμπάρας