Υπάρχει διάκριση ανάμεσα στον “πατριωτισμό” και τον “εθνικισμό”;

«Η κρισιμότητα της διάκρισης μεταξύ πατριωτισμού και εθνικισμού και η ανάγκη θωράκισης του λαού από την εθνικιστική χειραγώγηση προβάλλει σήμερα ως μια τρομερή έλλειψη. Είναι ένα ζωτικό πολιτικό καθήκον που παραμελήθηκε ή απορρίφθηκε και οι συνέπειές του είναι ολέθριες.»

Με αυτή την παράγραφο ξεκινά ένα κείμενο αντιπροσωπευτικό της “πατριωτικής” αριστεράς, με τον εύγλωττο τίτλο: «Είναι ασυγχώρητο τα πατριωτικά αντανακλαστικά του λαού να αφήνονται βορά στους αμερικανόδουλους εθνικιστές και φασίστες».

Ο χαρακτηρισμός «πατριωτικά αντανακλαστικά» παραπέμπει στην θεωρία της εξάρτησης του Ιβάν Παβλόφ. Ο «πατριωτισμός» λοιπόν θεωρείται ως ένα προϊόν «χειραγώγησης» και ζητούμενο είναι ποιος και πως θα τον χειραγωγήσει πολιτικά στην δεδομένη συγκυρία. Η “πατριωτική” αριστερά θεωρεί – και δεν είναι η μοναδική – εργαλείο γι’ αυτή την χειραγώγηση το πολιτικό της πρόγραμμα. Χαρακτηριστικό το παρακάτω απόσπασμα:

Όταν ο πατριωτισμός σήμερα υπαγορεύει:
– την αντίσταση στον ευρωατλαντικό άξονα (ΗΠΑ και ΕΕ) που καταδυναστεύει το λαό μας…
– την υπεράσπιση του εργαζόμενου λαού μας από τα εισαγόμενα, μνημονιακά, επιθετικά μέτρα που κάνουν εξοντωτική την εκμετάλλευση προς όφελος των ντόπιων και ξένων μονοπωλίων…
– τη λαϊκή πάλη ενάντια στην καταστρατήγηση κάθε δημοκρατικού δικαιώματος, ενάντια στην αντιδημοκρατική παραβίαση της λαϊκής βούλησης από το ευρωατλαντικό πρακτορείο και τους ντόπιους συνεργάτες-υποτακτικούς του…
και άλλα ωραία παρόμοια, για να καταλήξει:

τότε
…ποιος θα είχε την πολιτική τύφλωση να πει ότι πατριωτισμός και εθνικισμός είναι το ίδιο;
…ποιος θα είχε την πολιτική ανευθυνότητα να πει ότι σήμερα θα ήταν αμελητέο να γνωρίζει ο λαός τη διαφορά του πατριωτισμού από τον εθνικισμό;
…ποιος θα είχε την πολιτική μυωπία να πει ότι η ύπαρξη ενός λαϊκού πατριωτικού μετώπου δεν θα βοηθούσε στη συσπείρωση δυνάμεων στην πάλη κατά του ιμπεριαλισμού σε κάθε επίπεδο;
…ποιος θα είχε την πολιτική εμμονή να πει ότι (παρά τη θεωρητική αδυναμία, τον αντιδιαλεκτικό χαρακτήρα και την πασιφανή πρακτική αποτυχία του εγχειρήματος) εξακολουθεί ο αντικαπιταλισμός να είναι η βάση της δυνητικής λαϊκής συσπείρωσης;

Θα παραβλέψω λαθεμένη την ανάδειξη του πατρωτισμού ως αυτοτελούς κοινωνικού “υποκειμένου” το οποίο μάλιστα έχει την δυνατότητα να “υπαγορεύει” και πολιτικά προτάγματα, άποψη που καταγράφει η φράση «ο πατριωτισμός σήμερα υπαγορεύει:». Θα το εκλάβω ως σχήμα λόγου για να προχωρήσουμε σε θέματα, σχετικά με την πολιτική ταυτότητα, που το κείμενο συναρτά με τον αριστερό «πατριωτισμό».

Αν κοιτάξουμε τα στοιχεία που προβάλλονται ως ορισμός της πολιτικής ταυτότητας του πατριωτισμού (που τον διακρίνει από τον εθνικισμό), διαπιστώνουμε ότι όλα αυτά τα στοιχεί που τον συγκροτούν ίσχυαν – ίδια και απαράλλακτα – και την προηγούμενη περίοδο της επιβολής των μνημονίων. Όμως αυτός ο «αντιμπεριαλιστικός» και «αντικαπιταλιστικός» πατριωτισμός δεν κατάφερε να πετύχει απολύτως τίποτα. Πώς λοιπόν σήμερα, θα σηκώσει κεφάλι με τις ίδιες πολιτικές, που είναι ήδη ηττημένες;

Πρέπει όμως πρώτα να ξεκαθαρίσουμε κάτι άλλο:

Ποιός είναι ο νικητής;

Η «πατριωτική» αριστερά θεωρεί ότι κέρδισε ο ιμπεριαλισμός. Γιαυτό θυμάται το “γράμμα” του Ζαχαριάδη και καλεί τελικά να στηρίξουμε το ελληνικό κράτος, το οποίο …«κινδυνεύει». Πράγματι, το κεφάλαιο είναι αυτός που έχει κερδίσει, με την επιβολή της βίαιης επέκταση της καπιταλιστικής σχέσης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό την εποχή των μνημονίων. Όμως ο πραγματικός νικητής είναι το κράτος, ο βασικός «υπεύθυνος» για την επιβολή αυτής της πολιτικής και την αναπαραγωγή της κυριαρχίας της κεφαλαιακής σχέσης στη χώρα μας. Η επικύρωση αυτής της νίκης καταγράφεται σήμερα στην εναγώνια – αλλά πολιτικά ανεπαρκή – προσπάθεια της πατριωτικής αριστεράς να διαχωριστεί από τον “εθνικισμό”. Αυτό είναι το «νέο» δεδομένο,η ενίσχυση του κράτους,  που καταγράφεται στην συγκυρία που ξεκίνησε με τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό και συνεχίζεται με την κυριαρχία στην πολιτική σκηνή του σκανδάλου Novartis.

Μερικές πλευρές της αλλαγής της συγκυρίας έχουν επισημανθεί εδώ: «Τα συλλαλητήρια για το μακεδονικό ως «ανασύνταξη» του κράτους» και δεν θα προσθέσω τίποτα άλλο γιαυτό το ζήτημα. Θα προσπαθήσω να αναδείξω μερικά άλλα ζητήματα που αφορούν στην “ταυτότητα” της πατριωτικής Αριστεράς και έχουν γενικότερη σημασία, πέρα από τα πολιτικά αιτούμενα της συγκυρίας.

Πράγματι είναι υπαρκτό το ζήτημα της διάκρισης ανάμεσα στον “πατριωτισμό” και τον “εθνικισμό”, όμως είναι εντελώς διαφορετικό από αυτό που αντιλαμβάνεται και περιγράφει η “πατριωτική” αριστερά.

Όταν οι κρατικές υποθέσεις γίνονται …πατριωτικές

Ένα λάθος ερώτημα, μόνο λαθεμένες απαντήσεις μπορεί να έχει. Ο «πατριωτισμός» και ο «εθνικισμός» δεν είναι της ίδιας τάξης κατηγορήµατα και επομένως στο χώρο της πολιτικής δεν μπορούν να τα διαχειρίζονται ταυτόσημες πολιτικές πρακτικές: Η πρόταση ότι ο “πατριωτισμός δεν είναι εθνικισμός”, όταν και ο πατριωτισμός και ο εθνικισμός ορίζονται ως παρεμφερείς εννοιολογικές κατηγορίες που διαφέρουν μόνον στο πολιτικό πρόσημο που τους αποδίδεται και σε κάποιες άλλες παρόμοιες μορφές πολιτικής αξιολόγησης μόνον με όρους συγκυρίας, δεν βοηθάει στο ξεκαθάρισμα των διαφορών τους. Αντίθετα μπερδεύει περισσότερο τα πράγματα και οδηγεί σε αδιέξοδα.

Αν θέλουμε να αντιληφθούμε την διάκριση ανάμεσα στον «πατριωτισμό» και τον «εθνικισμό», έξω από τις συγχύσεις που δημιουργεί η κυρίαρχη ιδεολογία, θα πρέπει να προτάξουμε μια άλλη κρίσιμη διάκριση:

Η έννοια της πατρίδας και η έννοια του κράτους είναι δύο διακριτές έννοιες που σχετίζονται αλλά δεν ταυτίζονται μεταξύ τους. Η σχέση τους ιστορικά έχει λάβει διάφορες μορφές. Την εποχή της δημιουργίας των εθνών – κρατών με την κατασκευή της “εθνικής συνείδησης” ως συστατικού στοιχείου της συνοχής του κράτους, παρατηρείται μια ιδιότυπη ταύτιση της “πατρίδας” με το “κράτος”, με διαμεσολαβητή την έννοια του “έθνους”.

Με αφορμή τα πρόσφατα συλλαλητήρια, ας δούμε την σημασία αυτής της διάκρισης. Ένα κομμάτι των «μακεδόνων» που ζουν στο διπλανό κράτος είναι πολιτικοί πρόσφυγες από την χώρα μας. Εδώ γεννήθηκαν, εδώ μεγάλωσαν και εδώ έμαθαν την μητρική τους γλώσσα τα “μακεδονικά”. Αυτοί θεωρούν ως πατρίδα τους το χώρο της καταγωγής τους, εκεί που γεννήθηκαν οι ίδιοι και έζησαν οι πρόγονοί τους για αιώνες. Δεν μπορεί λοιπόν να τους αρνηθεί κανείς πως αυτές οι περιοχές είναι η “πατρίδα” τους, όπως δεν μπορεί κανείς ν’ αρνηθεί ότι η “πατρίδα” της γιαγιάς μου είναι η Μικρά Ασία, γιατί εκεί γεννήθηκε και μεγάλωσε, όπως και οι πρόγονοί της.

Αρκετοί απ’ αυτούς τους “Μακεδόνες” πρόσφυγες δεν διεκδικούν ν’ απελευθερώσουν τα “πάτρια εδάφη”, αλλά πριν κλείσουν τα μάτια τους να έρθουν ένα ταξίδι και να δουν τα μέρη που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν. Όμως αυτό το ταξίδι δεν μπορούν να το κάνουν γιατί το ελληνικό κράτος δεν τους το επιτρέπει. Παρεμπιπτόντως, στη γιαγιά μου το Τουρκικό κράτος δεν είχε επιδείξει τέτοια αναλγησία…

Από το βιβλίο της «εθνομηδενίστριας» Πηνελόπης Δέλτα «Τα μυστικά του βάλτου»

Χωρίς θεωρητικές αναλύσεις, σχηματικά, η πατρίδα είναι ο “τόπος” (χώρα, περιοχή, χωριό) που γεννήθηκε και μεγάλωσε κάποιος, από την οποία κατάγεται ο ίδιος και η οικογένειά του. To κράτος είναι οργανωμένη πολιτική οντότητα που έχει την εξουσία και κατέχει το μονοπώλιο της νόμιμης βίας σε μια καθορισμένη γεωγραφική περιοχή. Κράτος στα αρχαία Ελληνικά σήμαινε «δύναμη». Η λέξη “πατρίδα” είναι ομόρριζη της λέξης “πατέρας”.

Η σχέση ενός ανθρώπου με την πατρίδα του είναι μια «προσωπική» και ταυτόχρονα μια «κοινωνική» σχέση, διακριτή από την σχέση του ως “πολίτη” με το κράτος στο οποίο έχει πολιτογραφηθεί “υπήκοος” του. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη χώρα μας δεν γίνεται διάκριση μεταξύ ιθαγένειας και υπηκοότητας, γεγονός που σημαίνει ότι οι δύο λέξεις χρησιμοποιούνται ως ταυτόσημες, δηλαδή σημαίνουν το ίδιο πράγμα.

Η εξάλειψη της διάκρισης ανάμεσα στις κοινωνικές ταυτότητες που συγκροτούνται με βάση την έννοια της “πατρίδας”, του “έθνους” και του “κράτους” είναι η βάση του “εθνικισμού”.

Η ταύτιση της πατρίδας με το αστικό/καπιταλιστικό κράτος είναι κεντρικό δομικό στοιχείο της κυρίαρχης ιδεολογίας του αστισμού, γιατί η έννοια του έθνους είναι το συνεκτικό στοιχείο της συγκρότησης/κατασκευής του αστικού κράτους, αναγκαίο για την διάκριση της ταυτότητας ανάμεσα στους “πολίτες” του ενός κράτους απ’ το άλλο. Γι’ αυτό τον λόγο η αρχή της ισότητας μεταξύ των “πολιτών” ενός κράτους δεν ισχύει: Δεν αρκεί η κατηγορία “υπηκοότητα” για να προσδιορίζονται οι πολίτες του ελληνικού κράτους, αλλά προστίθεται συμπληρωματικά η “εθνικότητα” και η “ιθαγένεια”. Για την συγκρότηση της εθνικής συνείδησης του νεοελληνικού κράτους κυρίαρχο στοιχείο αποτέλεσε και το “θρήσκευμα” .

Η «ορθόδοξη πίστη» στάθηκε το πιο ισχυρό ενωποιοτικό στοιχείο των κοινωνικών δυνάμεων που συμμετείχαν στην επανάσταση του 21, σε σχέση με εθνοτικά και γλωσσικά προσδιοριζόμενες ταυτότητες. Το νεοελληνικό κράτος υπήρξε εξ αρχής ο «Λίβανος» των Βαλκανίων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και ένα αιώνα μετά την επανάσταση του 21, οι ανταλλαγές πληθυσμών που έγιναν μετά την μικρασιατική καταστροφή έγιναν με βάση την θρησκευτική και όχι την εθνοτική ταυτότητα. Για τον ίδιο λόγο, ο διαχωρισμός του κράτους από την εκκλησία ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Χαρακτηριστική είναι η πρώτη θεσμική πράξη ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους. Το Σύνταγμα της Επιδαύρου, το πρώτο στοιχείο που ορίζει ως φορέα του Κράτους είναι η θρησκευτική πίστη, δίνοντας τον ακόλουθο ορισμό του “Έλληνος”: “Όσοι αυτόχθονες πιστεύουσιν εις Χριστόν”.

Όπως κάθε αστικό Κράτος, έτσι και το Ελληνικό, επινοεί την ύπαρξη ενός φαντασιακού υποκειμένου, το οποίο υποτίθεται ότι ενσαρκώνει έναν ταυτοτικό «μέσο όρο». Αυτό το φαντασιακό υποκείμενο, δεν είναι το “αντικείμενο” πολίτης, όπως αυτό προσδιορίζεται από τα συνταγματικά του δικαιώματα, υποχρεώσεις και ελευθερίες. Αποτελείται από ασυνάρτητα μεταξύ τους κατηγορήματα που συγκροτούν σε κάθε συγκυρία μια διακριτή ταυτότητα, πολιτικά διαχειρίσιμη από το κράτος. Η ουσία αυτής της πρακτικής είναι ότι μέσω αυτής της φαντασιακής συγκρότησης, μπορεί κανείς να αναφέρεται σε αυτή την μυθική οντότητα, στον μέσο «Έλληνα», ως εάν να ήταν υπαρκτό πρόσωπο.

Η υπέρμετρη σημασία που δίνεται από πλευράς Κράτους (όχι μόνον του δικό μας) στις δημοσκοπήσεις και σε άλλες ανάλογες μεθόδους καταγραφής της θέλησης των πολιτών, με την χρήση   στατιστικών μέσων όρων και παρόμοιων “επιστημονικών” μεθόδων, αποβλέπει στην απόδοση μιας “αριθμητικής ύπαρξης” στον εικονικό “Ελληνα”. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αυτή η εικονική οντότητα αποκτά σιγά σιγά την ικανότητα να σκέφτεται, να αποφασίζει και να επιλέγει. Αυτή η εικονική οντότητα είναι ενάντια στον διαχωρισμό της εκκλησίας από το κράτος, κατά της αποδοχής της λέξης Μακεδονία στο όνομα του διπλανού κράτους και άλλα παρόμοια.

Η “πατριωτική” αριστερά – και όχι μόνον αυτή – όταν η καθολικότητα της “ταυτότητας” αυτού του εικονικού Έλληνα ταυτίζεται συγκυριακά ή συμπλέει με τις πολιτικές επιδιώξεις της, τον κατονομάζει ως “ελληνικό λαό”.

Ο φαντασιακός αυτός όρος που, όπως επισημαίνει ο Α. Μπαντιου («Κράτος και Πολιτική» ) «λειτουργεί ως μέτρο τής κανονικότητας και ως πηγή υποψίας, όπως και κάθε στοιχείο που επιτελεί ανάλογη λειτουργία στα πλαίσια μιας οποιασδήποτε κρατικής δομής, έχει πάντοτε ταυτοτικό χαρακτήρα. Πρέπει, συνεπώς, να αντιληφθούμε ότι πρόκειται εν προκειμένω για το πρωταρχικό και θεμελιωδέστερο αποτέλεσμα τής κρατικής καταπίεσης. Όταν δε το στοιχείο αυτό εκδηλώνεται με ακραίο τρόπο, όταν, με άλλα λόγια, φτάνουμε στο σημείο να πρέπει όλοι να υποβάλλονται σε ατελείωτους «ελέγχους και δοκιμασίες», προκειμένου να διαπιστωθεί ότι η ομοιότητά τους με το φαντασιακό ταυτοτικό αντικείμενο (— με κλασσικό παράδειγμα, τον «άριο», χωρίς όμως να ξεχνάμε ότι, όπως έδειξε ο Πετέν, το ίδιο και χειρότερο συμβαίνει και με τον «γάλλο») είναι μέγιστη ή τουλάχιστον εξαιρετική, τότε ερχόμαστε εν γένει αντιμέτωποι με ένα Κράτος που οδεύει στον φασισμό

Το μακεδονικό με τους όρους που τέθηκε στην συγκυρία, είναι μια “κρατική” υπόθεση και όχι “πατριωτική”. Η “πατριωτική” αριστερά αρνείται να δεχτεί αυτή την διάκριση για ένα επιπλέον λόγο: Γιατί δεν θέλει να καταγραφεί ότι στηρίζει το αστικό κράτος και τις πολιτικές του, κράτος που υποτίθεται ότι αντιμάχεται. Γιαυτό, παρέχει μόνον για “εθνικούς λόγους” την στήριξη της σε αυτό.

Αυτή η στάση όχι μόνον μπερδεύει αντί να ξεκαθαρίζει τα πράγματα για την σχέση του πατριωτισμού με τον εθνικισμό, αλλά αναπαράγει τελικά τον “εθνικισμό” στο εσωτερικό της, αφού αποδέχεται τελικά ότι το κράτος είναι ο εκφραστής του “έθνους” και η “πατρίδα” προσδιορίζεται ως η περιοχή της κρατικής επικράτειας, που περικλείεται από τα σύνορα της χώρας.

Αυτές οι ταυτίσεις προβάλλονται ως μια “κανονικότητα” του “έθνους -κράτους”, την οποία η ακροδεξιά και οι εθνικιστές γενικότερα αποδέχονται ανοιχτά και την στηρίζουν πολιτικά, γιαυτό αναφέρονται στις “αλύτρωτες πατρίδες”….

Τα πολιτικά αδιέξοδα της “πατριωτικής” αριστεράς σήμερα καταγράφονται στην στάση της απέναντι στο Μίκη Θεοδωράκη και πως προσπαθεί να τον υπερασπιστεί. Παραβλέπει ότι ο Μίκης έγινε “λάφυρο” της ακροδεξιάς, η οποία το ανέδειξε σε “λάβαρο”. Δεν πρόκειται βέβαια για μια πολιτική πρακτική που πραγματώνει την “εθνική ενότητα”, έστω και με τους όρους που την πρέσβευε ο μακαρίτης ο Λεωνίδας Κύρκος, αλλά για κάτι πολύ χειρότερο και αποκρουστικό…

Η «κατασκευή» της εθνικής συνείδησης των κρατών- εθνών δεν είναι ταυτόσημη με την δημιουργία των εθνών. Επίσης τα αστικά κράτη δεν δημιουργήθηκαν με “επαναστάσεις” που άλλαξαν τα δεδομένα και δημιούργησαν τομές στην ιστορική τους εξέλιξη, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, όπως ήταν πχ η δημιουργία του αμερικάνικού αλλά και του ελληνικού κράτους. Σε αυτές τις περιπτώσεις φαίνεται ανάγλυφα κάτω από το φως της ιστορίας με τον πιο καθαρό τρόπο πως η “κατασκευή” της εθνικής συνείδησης είναι κεντρικό στοιχείο της συγκρότησης του κράτους. Η αμερικανική εθνική συνείδηση οικοδομήθηκε κυρίως με βάση τα σύγχρονα “επιτεύγματα” του κράτους, ενώ η νεοελληνική συνείδηση, μειονεκτική από την απουσία ανάλογων επιτευγμάτων καταφεύγει στην …αίγλη της αρχαίας Ελλάδας, για ν’ αποκαταστήσει την υπερηφάνεια της.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η εδαφική επικράτεια του νεοελληνικού κράτους, σε σχέση με της περιοχές που ζούσαν πληθυσμοί με εθνοτική ελληνική καταγωγή ήταν σε μεγάλη αναντιστοιχία. Αυτό το γεγονός συνετέλεσε ακόμα περισσότερο στην μειονεκτική κατασκευή της εθνικής συνείδησης των νεοελλήνων.

Όπως αναφέρει η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ: «Η αρχαία ιστορία αθηνειάζει, η νεοτάτη ιστορία πελοποννησιάζει, η δε μεσαιωνική ιστορία βυζαντινίζει. Δηλαδή τι θέλω να πω, δεν υπάρχει διασπορά τότε, υπάρχει ρήξη της οργανικής συνέχειας του ελληνισμού. Δηλαδή απελευθερώνεται ένα μικρό κομμάτι του ελληνισμού, τα κατωτικά που λέγαν οι βυζαντινοί. Οπότε ο ελληνισμός δεν ταυτίζεται με τον ελλαδισμό και αυτή η μη ταύτιση του ελληνισμού με τον ελλαδισμό, αν μπορώ να το πω έτσι και κυρίως των πρώτων χρόνων της απελευθέρωσης δημιουργεί δύο πράγματα: πρώτον, τη Μεγάλη Ιδέα και δεύτερον, τον πόλεμο υπέρ αλυτρώτων και τις χαμένες πατρίδες

Του Γιώργου Καλαντζόπουλου | enosy.blogspot.gr

Φανταστικός Χαρακτήρας σε Πραγματικό Προτεκτοράτο.

7 μήνες ago