ασπάλακας

τυφλό σύστημα

Όταν η φύση εκδικείται..

Όταν η φύση εκδικείται την απληστία

Ο εθνοβιολόγος Παύλος Γεωργιάδης γράφει στο LIFO.gr για τα συμφέροντα που αόρατα τροφοδοτούν την πολιτική αδράνεια και οδηγούν σε μία συνεχή υποβάθμιση του τοπίου.

Σαν να ήταν χτες θυμάμαι τον Τσίπρα στην COP21, που μέσα σε 5 λεπτά είπε 20 σκόρπια πράγματα περί “οικολογικού μετασχηματισμού”, διαβάζοντας κάτι ορνιθοσκαλίσματα που κάποιος του είχε γράψει. Και ξαφνικά, πέταξε από το πουθενά την πραγματική θέση που είχε να μοιραστεί η Ελλάδα με την διεθνή κοινότητα. Ότι, δηλαδή, “ο Διεθνής Οργανισμός Ναυτιλίας θα πρέπει να είναι η αρχή που ασχολείται με τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τη ναυτιλία”. Συνεπώς δεν θα έπρεπε η Συμφωνία του Παρισιού να έχει προβλέψεις για τις εκπομπές της ναυτιλίας.

Θυμάμαι πολύ καλά εκείνες τις ημέρες, πως οι κυβερνήσεις έθεταν τις θέσεις τους, προσπαθώντας να κερδίσει η καθεμία ό,τι μπορεί από μία διαδικασία που απαιτούσε τεράστιους συμβιβασμούς. Τελικά, γιαυτό καταλήξαμε με ένα τόσο χλιαρό κείμενο. Ο Τσίπρας τότε πήγε στο Παρίσι για να υπερασπιστεί τα συμφέροντα του εφοπλιστικού λόμπι. Αυτό έγινε ανέκδοτο στους διαδρόμους της COP21.

Τον καιρό εκείνο, οι εφοπλιστές -μέσω των ιδρυμάτων τους- πετούσαν και από κανένα ξεροκόμματο σε ΜΚΟ για κάτι περιβαλλοντικές δράσεις της πλάκας, προς ενημέρωση των χαχόλων (κυρίως της Αθήνας, δευτερευόντως της Θεσσαλονίκης).

Όμως μην βιαστείτε να βγάλετε το μίσος σας ενάντια στον Τσίπρα, τον Κουρουμπλή και τον Σύριζα, κατά την συνήθη τακτική σχολιασμού στο Facebook.

Ας πάμε πίσω στο 2006, όταν το Ευρωκοινοβούλιο είχε κληθεί να επικυρώσει την απόφαση απαγόρευσης των μονοπύθμενων δεξαμενόπλοιων. Ο τότε Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, Μανώλης Κεφαλογιάννης, κάλεσε τους Έλληνες ευρωβουλευτές να καταψηφίσουν την Οδηγία. Είπε τότε ο Υπουργός: «…για λόγους αρχής και πολιτικής συνέπειας, θεωρούμε ότι το σύνολο των Eλλήνων ευρωβουλευτών θα πρέπει να καταψηφίσουν την εν λόγω πρόταση, δεδομένων των δυσμενών επιπτώσεων για την ελληνική ναυτιλία, που εκτιμάται ότι θα επιφέρει».

Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι ένα: ότι εφοπλιστές, τσιμεντοβιομήχανοι, ΕΛΠΕ, και ΔΕΗ είναι πανίσχυροι. Αυτοί πληρώνουν τις καμπάνιες των πολιτικών, αυτοί κρατούν τις τράπεζες με δανεικά κι αγύριστα, αυτοί πληρώνουν διαφήμιση στα ιδιωτικά Μέσα Μαζικής Αποβλάκωσης. Αυτοί συντηρούν τα δύο πραγματικά κόμματα που κυβερνούν στην Ελλάδα εδώ και μισό αιώνα: το Τεχνικό Επιμελητήριο και την Εκκλησία ΑΕ.

Τα αποτελέσματα της δράσης είναι πλέον ορατά: αέναο χρέος στις πλάτες των πολιτών, πολύ φτωχή δημόσια υγεία και πτώση του προσδόκιμου ζωής (ιδίως στην επαρχία), διαλυμένος κοινωνικός ιστός και καμία υπόνοια όλων αυτών των πραγμάτων που θα ορίσουν την ευτυχία στις κοινωνίες του μέλλοντος.

Δεν φταίει η κρίση γι΄ αυτά τα πράγματα. Η κρίση δεν είναι των πολιτών και των κοινωνιών, αλλά της διαχρονικής αποικιοκρατίας -εγχώριας και παράκτιας- η οποία παίζει τα ρέστα της εις βάρος των πολλών. Στην Ελλάδα αυτό σημαίνει κρίση χρέους – στην Αμερική σημαίνει Τράμπ.

Όσο για την οικολογική κατάρρευση, αυτή απλώς τώρα βγαίνει σιγά-σιγά στην επιφάνεια και γίνεται ορατή. Το αίσχος των 5.500 παράνομων χωματερών και τα ογκώδη πρόστιμα εκατομμυρίων, οι μολυσμένοι υδροφόροι ορίζοντες από τα λαθραία εισαγόμενα φυτοφάρμακα, η ερημοποίηση των νησιών, η διάβρωση των ακτών, είναι θέματα χρονίζοντα και συνέπειες αυτού ακριβώς του οικονομικού μοντέλου-καζίνο που θέλει χλιδή στην κορυφή, αλλά ανισότητα και διαφθορά στη βάση. Το ταυτόχρονο κοινωνικό βίωμα είναι σοσιαλισμός για την ελίτ, και ακραίος νεοφιλελευθερισμός για την βάση, ένας ιδεολογικός αχταρμάς που έχει καταντήσει την χώρα μία Ελλάδα Τουρκομπαρόκ.

Οπότε το δίλημμα ιδιωτικό-δημόσιο είναι τόσο έωλο και πλαστό, γιατί αν ο δημόσιος τομέας της χώρας είναι μια φορά κακός, τότε ο ιδιωτικός τομέας της είναι δέκα φορές τρισχειρότερος, κολλημένος στις δόξες της δεκαετίας του ’50, που τίποτε από αυτά που απασχολούν τις κοινωνίες σήμερα δεν υπήρχε.

Όσον αφορά τη μολυσμένη ακτή της “Athenean Riviera”, θα ήταν ευχής έργο να γίνει αντιληπτό ότι η φύση εκδικείται την απληστία. Όμως δεν θα γίνει, γιατί είπαμε… «για λόγους αρχής και πολιτικής συνέπειας».