Όχι, κύριε Παπαχελά

Ο δημοσιογράφος Αλέξης Παπαχελάς, με άρθρο του στην «Καθημερινή της Κυριακής» στις 17/07/2016 με τίτλο  «Ο χουλιγκανισμός βλάπτει τη χώρα», υποστήριξε κάποιες απόψεις που ενώ προκάλεσαν μεγάλη συζήτηση, εντούτοις δεν έτυχαν εποικοδομητικής αντιπαράθεσης. Πολλοί διατύπωσαν ντετερμινιστικού τύπου ερμηνείες ή  υπεραπλουστευμένα επιχειρήματα, συνδέοντας το συγκεκριμένο άρθρο με τη διαδικασία των τηλεοπτικών αδειών και την πρόσφατη συνέντευξη του Πρωθυπουργού στο δημοσιογράφο. Κατά την άποψή μου, αυτού του τύπου οι κρίσεις δεν είναι απλά αυθαίρετες, αλλά εκτρέπουν και το κέντρο βάρους της συζήτησης. Κάθε δημοσιογράφος διατηρεί ένα προσωπικό «στυλ» στις συνεντεύξεις του.

Αν δει κάποιος παλαιότερες συνεντεύξεις του κ. Παπαχελά, θα διαπιστώσει ότι συνηθίζει να κάνει ερωτήσεις και να αφήνει χώρο και χρόνο στο συνομιλητή του να απαντήσει και όχι να τον «βομβαρδίζει» με ερωτήσεις επιχειρώντας να τον «στριμώξει». Είναι όμως ένα πράγμα να εκφράζει κάποιος την άποψή του σχετικά με το αν του αρέσει ή όχι αυτό το «στυλ» συνέντευξης και είναι άλλο να αποδίδει μομφές σε ένα δημοσιογράφο, υπαινισσόμενος διαπλοκή και χρησιμοποιώντας ανυπόστατους ισχυρισμούς. Κατά την άποψή μου, στο άρθρο του κ. Παπαχελά θίγονται κάποια ζητήματα που χρειάζεται οπωσδήποτε να συζητηθούν και να τύχουν γόνιμης κριτικής, που ουδεμία σχέση έχουν με «συνομωσιολογικού τύπου» θεωρίες.

Το άρθρο ξεκινά με τη διαπίστωση της οργής που επικρατεί στην κοινωνία. Στην πρώτη παράγραφο, ο δημοσιογράφος αιτιολογεί το θυμό με βάση τα όσα συμβαίνουν σε δύο επίπεδα: α) ατομικό, λόγω της παράλογης όπως σημειώνει ο ίδιος, φορολογίας και β) γενικό, λόγω της «τρελής κούρσας» που μας οδήγησε η κυβέρνηση Τσίπρα το 2015. Μάλιστα, αναφέρει ότι, ο θυμός στην κοινωνία είναι έκδηλος σε σημείο, που δε μπορεί κάποιος εύκολα να τον αγνοήσει, ειδικά όταν οι πολίτες που τον εκφράζουν είναι «πολιτικά άστεγοι». Ουδείς νομίζω θα μπορούσε να διαφωνήσει με αυτό.

Ωστόσο, η «τρελή κούρσα» που περιγράφει ο κ. Παπαχελάς, δεν ήταν απλά μια μικρή περιπέτεια που έλαβε τέλος, τουναντίον, συνεχίζεται με εξαιρετικά ταχείς ρυθμούς και ολότελα αβέβαιη κατάληξη. Η «διαπραγμάτευση» του Αλέξη Τσίπρα πρόσθεσε νέα βάρη στους ώμους του ελληνικού λαού, ενώ η πρωτοφανής του ανικανότητα, αποκλείει κάθε δυνατότητα εξόδου από το τέλμα που ο ίδιος προκάλεσε. Η αυξημένη φορολογία σε πολίτες που έχουν ελάχιστη ή μηδενική φοροδοτική ικανότητα και η πολιτική επιλογή της κυβέρνησης να μην εφαρμόσει απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις που θα είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της δημόσιας δαπάνης αλλά να αυξήσει τη φορολογία, συνθέτουν πλήρως την εικόνα. Δεν είναι όμως μόνο ο θυμός για την οικονομία. Υπάρχουν πολλές αντιδράσεις οι οποίες αφορούν την πολιτική διαχείριση της κυβέρνησης σε μη οικονομικά θέματα – για αυτές όμως, δε γίνεται λόγος στο άρθρο.

Ενώ λοιπόν το άρθρο ξεκινά με διαπιστώσεις που αφορούν οριζόντια σχεδόν την κοινωνία -η οποία σημειωτέον είναι οργισμένη όπως λέει ο κ. Παπαχελάς- στην επόμενη παράγραφο, υπάρχουν κάποιες αυθαίρετες συνδέσεις καθώς και αντιφάσεις. Η πρώτη παράγραφος κλείνει συνδέοντας το θυμό των πολιτών για την οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, με τις αντιδράσεις που υπέστη ο ίδιος εξαιτίας του ότι το δημοσιογραφικό του στυλ στη συνέντευξη με τον Πρωθυπουργό,  απογοήτευσε πολλούς τηλεθεατές που θα περίμεναν κάτι πιο «επιθετικό».

 Όμως, πρόκειται για δύο ολότελα διαφορετικά πράγματα. Η αντίδραση των πολιτών στις δυσμενείς πολιτικές της κυβέρνησης, δε συνδέεται με οποιονδήποτε τρόπο, με τις αντιδράσεις των τηλεθεατών προς το πρόσωπο του δημοσιογράφου. Οι μόνοι που συνδέουν αυτά τα καταφανώς διαφορετικά πράγματα, είναι όσοι διατύπωσαν «θεωρίες συνομωσίας» περί τηλεοπτικών αδειών κλπ. Συνδέοντας ο κ. Παπαχελάς τα δύο, υιοθετεί ουσιαστικά τη «συνομωσιολογικού τύπου» επιχειρηματολογία. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η αντίφαση. Πώς γίνεται από τη μια ο δημοσιογράφος να στέκεται απέναντι στις οργίλες επιθέσεις και από την άλλη να υιοθετεί τα επιχειρήματα αυτών ακριβώς που τις πράττουν;

Αντιλαμβάνομαι πλήρως την απογοήτευση του δημοσιογράφου, όταν διαπίστωσε ότι πολλοί άνθρωποι στα κοινωνικά δίκτυα αντί να ασκήσουν κριτική σε όσα υποστήριξε, επιτέθηκαν προσωπικά στον ίδιο, επιχειρώντας να αμαυρώσουν συνολικά την αξιοπιστία του. Πράγματι, αυτού του τύπου οι συμπεριφορές είναι συχνές τόσο στο διαδίκτυο, όσο και στην ελληνική κοινωνία (και στις περισσότερες Δυτικές χώρες). Μόνο που, ο κ. Παπαχελάς, λόγω της πολύχρονης επαγγελματικής του πορείας, διαθέτει την πείρα και την ικανότητα να διακρίνει τις επιθέσεις οργισμένων ανθρώπων, από τη συνολική έκφραση του μπλοκ «Μένουμε Ευρώπη». Μάλιστα, εδώ ακριβώς σημειώνεται μια αυθαιρεσία. Με τη γενικόλογη φράση  «ο θυμός, όμως, πολλές φορές τυφλώνει και θολώνει την κρίση.

Ο κόσμος του «Μένουμε Ευρώπη» του περασμένου καλοκαιριού δεν έχει ανάγκη τον χουλιγκανισμό», ο κ. Παπαχελάς συνδέει το «Μένουμε Ευρώπη» με τις επιθέσεις που δέχτηκε ο ίδιος, αλλά και τις αντιδράσεις των πολιτών στις εξαιρετικά καταστροφικές πολιτικές που υιοθετεί η κυβέρνηση. Δεν υπάρχει στο κείμενο ούτε μία αναφορά στο ότι, φορέας του θυμού και της απογοήτευσης (η οποία επίσης παραλείπεται) είναι η κοινωνία, οι πολίτες, οι ψηφοφόροι. Μάλιστα, στα social media αλλά και στους τόπους συνάθροισης των πολιτών, μπορεί κάποιος να διαπιστώσει ότι οι επιθέσεις (που δε σταματούν μόνο στα λόγια) γίνονται κυρίως από απογοητευμένους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ (τα εκτενή τηλεοπτικά ρεπορτάζ, προσφέρουν άφθονο υλικό γι’αυτό). Αυτό ακριβώς είναι και μια από τις σημαντικότερες αποτυχίες της αντιπολίτευσης: ότι δεν καταφέρνει ακόμη να στεγάσει πολιτικά το θυμό των ανθρώπων που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ, αφήνοντας αυτά τα αρχαϊκά συναισθήματα μετέωρα και τους ανθρώπους που τα βιώνουν ευάλωτους σε «πολιτικά αυτιά» που μεταφράζουν τα πάντα σε, «θέλω αίμα». Τέτοια, είναι τόσο εκείνα της Χ.Α, όσο και άλλα που ομοιάζουν στον τρόπο που ερμηνεύουν τέτοιου τύπου ακουστικά ερεθίσματα.

Είναι απορίας άξιον πως, αφού ο κ. Παπαχελάς παρακολουθεί τα social media, δεν έχει εντοπίσει τις επανειλημμένες εκκλήσεις των πολιτών που υποστήριξαν το «Μένουμε Ευρώπη» για αποφυγή της βίας και αλλαγή της αντιπολιτευτικής ατζέντας ώστε να γίνει πιο συμπεριληπτική, προσφέροντας τόσο τη δυνατότητα εκτόνωσης των αρνητικών συναισθημάτων, αλλά και τη διέξοδο της προοπτικής, ισχυροποιώντας τη δυνατότητα εξόδου με παράλληλη ενίσχυση των δημοκρατικών διαδικασιών και μάλιστα, όχι μόνο τώρα, αλλά εδώ και τουλάχιστον ένα χρόνο.

Ο χουλιγκανισμός δεν αφορά απλά την ανάρμοστη συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από ύβρεις, αλλά κυρίως το βανδαλισμό, την έκφραση δηλαδή επιθετικών συμπεριφορών που ομοιάζουν σε συμμορίες. Ως εκ τούτου, η χρήση της λέξης «χουλιγκανισμός» που χρησιμοποιεί ο κ. Παπαχελάς στο άρθρο είναι μάλλον ατυχής, αν σκοπός του ήταν να περιγράψει τον θυμό των πολιτών προς την κυβέρνηση. Ακόμη, ο «χουλιγκανισμός» αποδίδεται στο «Μένουμε Ευρώπη» και το «Μένουμε Ευρώπη» στη Δεξιά – αυτή συνιστά σοβαρότατη αυθαίρετη σύνδεση.

Αν κάτι πέτυχαν οι πολίτες πέρυσι, τον καιρό που η χώρα σπαρασσόταν από τον διχαστικό λόγο της κυβέρνησης, ήταν να υποστηρίξουν το «Ναι» στην Ευρώπη ακομμάτιστα, δημιουργώντας το πρώτο κοινωνικό κίνημα στη μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας. Τέτοια ήταν η προσήλωση των πολιτών του «ευρωπαϊκού μετώπου» στις δημοκρατικές αρχές, που ακόμη και όταν στη δεύτερη συγκέντρωση του «Μένουμε Ευρώπη» στις 22/06/2015 υπήρξε επίθεση στο συγκεντρωμένο πλήθος, από ομάδες φίλα προσκείμενες σε νεοϊδρυθέν κόμμα που σκοπεύει να διεκδικήσει την ψήφο των πολιτών στις επόμενες εκλογές ή και στην τελευταία στις 09/07/2015 έξω από το Καλλιμάρμαρο, πέρασαν διαδηλωτές που υποστήριζαν το «Όχι» για να πάνε στη δική τους συγκέντρωση στο Σύνταγμα, δεν «άνοιξε ρουθούνι».

Ο ΣΥΡΙΖΑ εξάντλησε τα περιθώρια προκειμένου να επιτύχει το περίφημο «διαίρει και βασίλευε», αλλά οι πολίτες δεν του έκαναν τη χάρη. Είναι τουλάχιστον άδικο να ταυτίζονται οι πολίτες αυτοί με «χούλιγκανς» και να «χαρίζονται» στο Μητσοτάκη, ή σε όποιον άλλο. Το «Μένουμε» ξεκίνησε πριν το δημοψήφισμα. Στις δημοσκοπήσεις, οι πολίτες στη συντριπτική τους πλειοψηφία επιλέγουν την παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Κάποτε, ο ιστορικός του μέλλοντος θα εξηγήσει τη μαεστρία με την οποία ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας δημιούργησε σύγχυση ανάμεσα στο ακατανόητο ερώτημα του δημοψηφίσματος και την παραμονή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και για τη μήτρα του «χουλιγκανισμού» της πλατείας.

Η επόμενη αντίφαση είναι ότι αυτοί που επιδεικνύουν επιθετικές συμπεριφορές είναι λίγοι και μάλιστα, ορίζονται ως η «θύρα Χ» του γηπέδου. Αναρωτιέται κανείς, αφού είναι λίγοι, πώς ταυτίζονται με το «Μένουμε Ευρώπη» του 39%; Ακόμη κι αν δε συνδέονταν με το «Μένουμε Ευρώπη» όμως, πώς γίνεται να ασχολούμαστε με μια κακή εξαίρεση και όχι με τον δικαιολογημένο θυμό της πλειοψηφίας; Έμμεσα και σίγουρα ακούσια, ο δημοσιογράφος εδώ, απαξιώνει τον θυμό της κοινωνίας, αγνοώντας τον και προτάσσοντας τις «κανιβαλιστικού τύπου» συμπεριφορές κάποιων περιθωριακών τύπων, τους οποίους μάλιστα βαφτίζει «θύρα Χ». Για ποιο παράλογο λόγο υπήρχε ποτέ περίπτωση να λάβει υπόψη αυτούς τους ανθρώπους, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης; Εν τέλει, πόσο άστοχη είναι όλη αυτή η σαλάτα που έχει μέσα, εντελώς διαφορετικά πράγματα, όπως την κοινωνία, τους φανατικούς λίγους της «θύρας Χ», τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το κόμμα της ΝΔ και το «Μένουμε Ευρώπη»;

Αν σε κάτι συμφωνώ με τον Αλέξη Παπαχελά, είναι ότι σίγουρα ο ΣΥΡΙΖΑ «έβγαλε το φίδι από την τρύπα», όχι όμως με τον τρόπο που αναφέρει. Αλήθεια, ποια ακριβώς είναι η μεταρρύθμιση την οποία εφάρμοσε η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει κάτι τέτοιο; Με τις απόπειρες ελέγχου της Δικαιοσύνης και του Τύπου που επιχειρεί η κυβέρνηση, τις θεσμικές παλινωδίες με άρωμα εκτροπής, τη διάλυση της Παιδείας και την κατάρρευση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, πράγματι, το φίδι βγήκε από την τρύπα και η οργή, αν δεν εκφραστεί πολιτικά και δε μετουσιωθεί σε όραμα, περισσότερη Δημοκρατία και πολιτικές ανάκαμψης, σύντομα θα ζήσουμε πρωτοφανείς καταστάσεις.

Λόγω της πολιτικής επιλογής του Αλέξη Τσίπρα, να ισοπεδώσει και να φτωχοποιήσει την ελληνική κοινωνία, ελλοχεύει ο κίνδυνος, οι πολίτες να μείνουν με ένα και μόνο δίλημμα «να πεινάσω και να υπάρχει ασυδοσία ή να έρθει ένα ολοκληρωτικό καθεστώς και να οδηγήσει σε τάξη και κάθαρση;». Αν συνδυαστεί δε και με την ενίσχυση του εθνικισμού από την κυβέρνηση στην πράξη (μέσα από τη συμμαχία με τους ΑΝΕΛ, αλλά όχι μόνο) που είχε ως αποτέλεσμα τη βίαιη «πολιτικοποίηση» πολλών κοινωνικών ομάδων στα χρόνια της κρίσης, το φίδι θα βγει από την τρύπα και θα μετακομίσει στον κόρφο μας. Η εποχή της democratura * είναι πολύ κοντά.

Θεωρώ τον Αλέξη Παπαχελά ικανότατο και οξυδερκή δημοσιογράφο. Διαβάζω τα κείμενά του, επί σειρά ετών. Η προσωπική μου άποψη είναι, ότι πιθανά, τον επηρέασαν πολύ οι αντιδράσεις που εκφράστηκαν στα social media για τη συνέντευξη που έκανε στον Πρωθυπουργό και ίσως παρασύρθηκε σε αντιφάσεις και αυθαίρετους ισχυρισμούς τους οποίους σε διαφορετική περίπτωση θα είχε αποφύγει. Το κείμενο αυτό, ήταν μια κακή στιγμή. Ωστόσο, πιστεύω ότι, ακριβώς επειδή είναι ένας αξιόλογος δημοσιογράφος, έπρεπε το συγκεκριμένο άρθρο να τύχει σοβαρής και γόνιμης κριτικής – γι’ αυτό γράφτηκε και το παρόν κείμενο.

Είναι αλήθεια ότι η εποχή που διανύουμε είναι εξαιρετικά δύσκολη και ενίοτε παρασυρόμαστε όλοι από τον θυμό και την απογοήτευσή μας. Ίσως κάτι αντίστοιχο να συνέβη και στον ίδιο. Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο.

Της Ειρήνης Αγαπηδάκη στο Liberal.gr


Ο όρος ανήκει στο συγγραφέα Eduardo Galleano και έχει αποδοθεί στα Ελληνικά από τον Αναπληρωτή Καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ, Ανδρέα Πανταζόπουλο στο άρθρο του «Η κρίση της κοινωνίας των πολιτών», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» στις 17/04/2016, όπου σημειώνεται «Πρόκειται για φαινόμενο το οποίο φλερτάρει με επιμέρους αντιδημοκρατικές εκτροπές: η democradura «δημοκτατορία»: από τη σύνθεση των λέξεων δημοκρατία και δικτατορία), όρος που οφείλεται στον ουρουγουανό συγγραφέα Εντουάρντο Γκαλεάνο, θέλει να περιγράψει ημιδημοκρατικά καθεστώτα (τύπου Τσάβες, Ορμπάν, Πούτιν) τα οποία, έχοντας ορισμένα λαϊκιστικά κοινωνικά στηρίγματα, σέβονται με έναν ιδιόμορφο τρόπο κάποια χαρακτηριστικά της δημοκρατίας (π.χ. εκλογές), ωστόσο, προκρίνοντας μια αφηρημένη και δημαγωγική διάσταση της «κοινωνικής δικαιοσύνης» για τον «λαό», τη συνοδεύουν από την «τιμωρία των ελίτ», πολιτικών, μιντιακών, κ.ά. Χωρίς η ελληνική περίπτωση να αναγνωρίζεται σε τέτοια παραδείγματα, ο πειρασμός ενός εκ των κάτω, κοινωνικού, λαϊκιστικού αυταρχισμού δεν απουσιάζει. Το δείχνουν και πρόσφατα φαινόμενα ιδεολογικο-πολιτικού φρονηματισμού που εμφανίστηκαν στον χώρο των ηλεκτρονικών ΜΜΕ».

Φανταστικός Χαρακτήρας σε Πραγματικό Προτεκτοράτο.

2 έτη ago