ασπάλακας

τυφλό σύστημα

Πολιτική σημείωση ή θέση..

Αυτή η πολιτική σημείωση είναι αποτέλεσμα δύο καθοριστικών επιδράσεων στο άμεσο παρόν που όμως συμπυκνώσανε την πολιτικοπροσωπική ιστορία μιας καθημερινότατης και (όχι από πάντα) εργαζόμενης ατομικότητας όπως η “δική” μου.

Παρατηρώ τους τοίχους της Αθήνας εδώ και πολύ καιρό με προσοχή και εκτός από τα διάφορα μπλογκς και (σπανίως πλέον) τις εφημερίδες δίνω μεγάλη σημασία στα σεντόνια που “αναρτώνται” όχι μόνον στις σελίδες κ.λπ αλλά και στους τοίχους.

Δεν σας κρύβω αυτό που δεν κρύβεται, ότι δηλαδή έχω τοποθετηθεί πάντα με ένταση σε ό,τι με έχει περιστοιχίσει ως πολιτικό υποκείμενο, χωρίς να φοβούμαι να πάρω θέση χωρίς “εκπτώσεις” και χωρίς ενδοιασμούς.

Αυτό θα κάνω και σήμερα, σε μια καθοριστική πολιτική καμπή της ταπεινής υπόστασής μου που έχει και δεν έχει σημασία και για μένα και για όλους, όπως έχει και δεν έχει σημασία η θέση και η (όποια) καμπήτου καθενός υποκειμένου σε μια “κοινωνία”, σε έναν τόπο, σε έναν ευρύτερο ή μικρότερο “χώρο”.

Σε αυτή μου την καμπή έπαιξαν και παίζουν ρόλο και παλαιότερες σκέψεις και σημερινές, συγκρούσεις και ξαναφιλιώματα, παλιές και νέες αγάπες και φιλίες, αλλά και η ίδια η τάση που έχει ο καθένας μας να κρίνει με ένα ούτως ειπείν πολιτικό και ιδεολογικό ή αξιακό “αισθητήριο”.

Είναι κουραστικό να κάνω αναλυτική καταγραφή των θέσεών μου, αλλά είναι τελικά απαραίτητο για να γίνω σαφής, ευκρινής και να είμαι ειλικρινής και ίσιος με τους φίλους, τα αγαπημένα συντροφικά πρόσωπα αλλά και τους εκ του μακρόθεν παρατηρητές των “εδώ” (και στον “Αυτοκαθορισμό“) μακρόσυρτων σημειώσεων.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν, αν έχετε υπομονή παρακολουθήστε με.

Ο αγαπημένος φίλος και συναγωνιστής Γ.Ε  (θα το γράψω και γω με αρχικά) με τον οποίο με συνδέει μια βαθιά κοινότητα αντιλήψεων σε στρατηγικά ζητήματα για το ορθό και το άξιο σε αυτή την ζωή και για την αταξική (τελικά και μη-κρατική) κοινωνία που επιθυμούμε, σε μια τιμητικότατη ανάρτησή του στο φατσοβιβλίο, για να καταγράψει μια πραγματικά δημιουργική και συγκινητική συνάντησή μας (μετά από καιρό λόγω αναπόφευκτων κατά το παρελθόν πολιτικών ρήξεών μας), με κατέταξε  όσον αφορά στο παρελθόν στον προοδευτικό αριστερό πατριωτικό χώρο, και το έκανε με αγάπη και ενδιαφέρον να βοηθήσει να με κατανοήσουν όποιοι θέλουναποφεύγοντας τις παρερμηνείες.

Θα ξεκινήσω διορθώνοντας λίγο αυτή την κατάταξη, επωφελούμενοςγια να εξηγήσω την παλαιά θέση μου, και για να προτάξωτην σημερινή ριζική τροποποίησή της (αλλά και εν μέρει διατήρησή της σε σημεία).

Δεν ήμουν ποτέ αυτό που λέμε πατριώτης, πάντα αυτός ο τίτλος και ο προσδιορισμός με απωθούσε ακόμα και όταν κατά τα δεδομένα θέσφατα της αριστερής παράταξης καταγραφόμουνα ακόμα και ως εθνικιστής (κάποιου τύπου τέλος πάντων).

Αυτό που με ενδιέφερε παλαιότερα, και με νοιάζει και τώρα, ήταν όχι η πατρίδα αλλά η μητρίδα, το έθνος ως μήτρα μιας ελεύθερα-κινούμενης-στον-χώρο πέραντουχώρου και της γης εθνοτικής υπόστασης που περικλείεται βέβαια και σε άλλους καθορισμούς που την ξεπερνάνε όταν μιλάμε για λογικούς και πραγματικά ενάρετους ανθρώπους.

Θα μπορούσε ένα αριστερό ή ορθολογικό αναλυτικό μάτι να με κατατάξει ίσως στον ρομαντικό εθνικισμό, αλλά ούτε αυτό το δέχομαι και όσον αφορά στο παρελθόν μου, ίσως και όσον αφορά στο παρόν για ό,τι έχει διατηρηθεί από αυτήν την εσωτερική τάση και πίστη.

Οι ρομαντικοί εθνικιστές  έχουν άλλες ορίζουσες για να σχηματίσουν ακόμα και την μη πατριαρχική εθνοτικότητά τους ή τον εθνοτισμό τους.

Θα ήταν κουραστικό να το εξηγήσω ακόμα αναλυτικότερα, αλλά θα το κάνω κάποια στιγμή.

Πάντως να ξέρετε ότι το ζήτημα δεν είναι απλά μια ιδιομορφία ενός παράξενου τύπου, απλά δεν έχει σημασία για την εδώ τοποθέτησή μου που έχει περισσότερο πρακτική και πολιτική σημασία.

Ακόμα και έτσι όμως, ποτέ δεν υπήρξα “πατριώτης”, αλλά ούτε αυτό το μάλλον ακατανόητο που λέγεται “εθνιστής” για να μην πούνε εθνικιστής και γίνει μπέρδεμα με τους εθνοφασίστες, αλλά τελικά γίνεται και συνεννόηση δεν βρίσκεται.

Δεν δέχομαι όμως ότι υπήρξα ακόμα και ως ένα είδος παράξενου ή αιρετικής μορφής εθνικιστή.

Καμμία σχέση, έτσι τουλάχιστον το εννοώ εγώ και έτσι αυτοκατανοούμαι, αν έχει κάποια σημασία.

Για να κατανοήσετε το προωθημένον των θέσεών μου ακόμα και στην εφηβεία θυμάμαι έναν διάλογο σε ηλικία 14 ετών με τον θείο μου Θανάση Βασιλειάδη που δεν ζει πιά, ο οποίος έκανε την “θητεία” του ως φυλακισμένος σε ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης ως έφηβος Πειραιώτης, όπου του είχα πει ότι μου φαίνεται πολύ παράξενο ένας άνθρωπος που είχε υποστεί ο ίδιος αυτό το αίσχος από εθνικιστές υπερπατριώτες (τους Ναζί), άρα από ιδεοληπτικούς έστω υπερασπιστές της ιδέας του έθνους και υπερ-έθνους, να δηλώνει ο ίδιος πατριώτης.

Ο θειός απλά μου είπε πως δεν δήλωσε ποτέ πατριώτης αλλά δημοκράτης, δεν ήταν ποτέ κομμουνιστής αν και μια χαρά τα έβρισκε βέβαια με τους κομμουνιστές, αν και στο τέλος είπε πως αγαπάει βέβαια την πατρίδα του κ.λπ.

Για τα δεδομένα της εποχής εκείνης, τι σοφία! τι απίθανος θείος ήταν αυτός! εξάλλου αυτός ήταν εκείνος που πήρε τον πατέρα μου έφηβο και από παπαδοπαίδι μανιάτη τον έκανε τότε έναν παθιασμένο αντιδεξιό και φιλοκκε εργάτη.

Κατά κάποιο τρόπο ο Θανάσης ήταν ο  συμβολικός πατέρας όλων μας, του πατρός μου άρα και εμού.

Ακόμα και τούτος λοιπόν που είχε κάθε δικαίωμα να “φουσκώσει” ως πατριώτης δεν το πήρε πάνω του, ορίστηκε ως δημοκράτης μόνον και μετά είπε πως αγαπάει την ελλάδα χωρίς όμως να φτιάξει την “σύνθεση” του “δημοκράτη-πατριώτη”, γιατί εθνικιστής ή υπερεθνικιστής δεν ήταν σίγουρα.

Να φανταστείτε λοιπόν ότι ούτε με αυτή την θέση συμφωνούσα, του σούπερ θείου που ήταν ένας αναμφισβήτητος συμβολικός πατέρας μας και άνθρωπος εντάξει, με ιστορία και εμπειρία στη ζωή (ήταν ναυτικός και μετά μηχανικός σε εργοστάσια).

Όμως, παρά την κριτική θέση μου αυτή υπήρχε από τότε μια άλλη θετική σχέση μου με αυτό που λένε οι άλλοι έθνος και δεν έχω πρόβλημα να το πω και γω έτσι τελικά, και αυτή η θετική σχέση πέρναγε μέσα από άλλες αρνητικές ετεροκαθορισμένες καταστάσεις που είχαν να κάνουν περισσότερο με ό,τι συγκροτούσε τον περίγυρο αυτού του αφηρημένου τελικά πράγματος, το οποίο υπό “κανονικές” συνθήκες (ειδικά ως χωροκυριαρχικό σύστημα) δεν μου γέμιζε ποτέ το μάτι ως κράτος ή πατρίδα.

Για να γίνω αμεσότερος και να μην το κουράζω.

Ο πυρήνας της βαθύτερης και διαρκούς ανασύνδεσής μου με αυτό που μας απασχολεί μάλλον όλους ως εθνικισμός της πατρίδας αλλά για μένα ήταν και είναι πάντα το έθνος της μητρίδας, το δικό μου έθνος, ήταν το πρόβλημα με τους τούρκους ή το τουρκικό κράτος.

Ο αγώνας της κοινωνίας το 40-44 και μετά ενάντια στον ναζισμό δεν ήταν ποτέ για μένα κυρίως ένας εθνικοανεξαρτησιακός αγώνας ή αγώνας για εθνική κυριαρχία, παρά μόνον παραπλήσια, και νομίζω πως μόνον έτσι μπορεί να εννοηθεί και έτσι εννοείται και από τους σύγχρονους προοδευτικούς και αριστερούς-αριστεριστές και κομμουνιστές ιστορικούς και αναψηλαφητές της ταξικής και κοινωνικής μνήμης.

Ήταν ταξικός αντιφασιστικός αγώνας με αναγκαστικά (ίσως και χαντακωτικά για το κίνημα) “εθνοπατριωτικά” χαρακτηριστικά.

Το δικό μου “θέμα” δεν είναι εκεί, πρέπει να το πω μυριάδες φορές για να το κατανοήσουν φίλοι και εχθροί.

Στην πραγματικότητα ούτε αυτό είναι ένα θέμα που με κυριεύει, ούτε ακόμα και στις πιο έντονες “αντιτουρκικές” στιγμές μου με κυρίευσε ποτέ.

Δεν έχω αναλάβει κανένα καθήκον επίλυσης αυτού του αδιεξόδου, ούτε, όπως είπα στον Γ.Ε θέλω να γεμίσω κανένα κενό, δεν έχω ούτε την πρόθεση ούτε τον χρόνο ούτε την μεγαλομανία να πιστέψω ότι μπορώ να λύσω ή να κόψω αυτό τον κόμπο.

Ο κόμπος που σίγουρα έκοψα με κόπο και με την βοήθεια των φίλων και συντρόφων αλλά μόνος μου, είναι ο κόμπος της σύνδεσης αυτού του θέματος με το ζήτημα της λεγόμενης “εθνικής ανεξαρτησίας” το οποίο όπως και ο “πατριωτισμός”  δεν λέει τίποτα (πλέον;) το ουσιώδες, θετικό και περιέχον ισχυρά ελευθεριακά αξιακά ισοδύναμα.

Μα θα πει κάποιος, αυτό είναι αντίφαση, εφόσον αν θεωρείς ότι έχουμε ένα πρόβλημα με την τουρκία που δεν είναι μόνον ιδεολόγημα της αστικής κοινωνίας ή τάξης, τι άλλο είναι αυτό παρά ζήτημα εθνικής κυριαρχίας ανεξαρτησίας και λοιπά;

Καμμία δεδομένη ή απόλυτη σχέση. Ούτε παλαιά, ούτε τώρα.

Παλαιότερα δημιουργούντανστην σκέψη μου (και άλλων) μια σύνδεση εφόσον είχαμε και “εθνικό πρόγραμμα” στο μυαλό μας, αλλά αν θέλετε να σας πω το “αμάρτημά” μου μάλλον το θέμα “τουρκία” με ωθούσε σε υποχώρηση σε “εθνικό πρόγραμμα” και όχι το αντίστροφο.

Αν το θέμα ήταν ας πούμε ο αλβανικός ή σλαβομακεδονικός εθνικισμός και ο ελληνικός, μαζί και ο σερβικός, εθνικισμός από την άλλη, να πάνε όλοι μαζί στα τσακίδια και τελειώσαμε.

Το θέμα “τουρκία” έχει μιαν ειδική αυτονομία, ας το παραδεχτούμε λοιπόν, όποια θέση κι αν έχουμε.

Σε αυτό το θέμα λοιπόν αισθάνομουν πάντα, ακόμα και τώρα, ότι η τουρκία θίγει την μητρίδα μου, το έθνος μου, την ύπαρξη και την αξιοπρέπειά μου και πάντα αυτό έκανε.

Δεν ισχυρίζομαι όμως, ούτε και παλαιότερα, ότι η ελλάδα είναι αθώα.

Δεν ισχυριζόμουνα ποτέ ένα τέτοιο πράγμα, γιατί βλέπω κατάματα και τα αίσχη του ελληνικού εθνικισμού/πατριωτισμού από την έναρξή του ακόμα, και μετά, που κρύβονταν και η  νέα ιστορία τα έβγαλε και τα βγάζει ακόμα στη  φόρα και καλά έκανε και κάνει.

Ούτε θεωρώ πως η όποια θέση του ελληνικού κράτους είναι ορθή και απλώς αμυντική, όπως τα παρουσιάζουν οι εθνικιστές και οι πατριώτες, και δεν περιέχει και αυτή αυτενεργές επιθετικές γεωπολιτικές βλέψεις υπό την κηδεμονία των δυτικών ιμπεριαλιστών πάντα, σήμερα ειδικά των αμερικάνων.

Τις ψευτομαγκίτσες του Κοτζιά στο Αιγαίο με την έγκριση των Η.Π.Α, και την ανίερη συμμαχία του ελληνικού κράτους με τον μαζικό σφαγέα Σίσι δεν παραβλέπω, την συμμαχία με το εκάστοτε εβραϊκό κράτος (ακόμα και αυτό το επιθετικό κράτος) εγώ την θεωρώ “φυσική” και πείτε ό,τι θέτε, είμαι πάντα υπέρ, αν και έχει ο καιρός γυρίσματα και δεν είναι δεδομένη δυστυχώς σε ένα άλλο ιστορικό πολιτισμικό βάθος όπως και θα έπρεπε (θέση μου, πείτε ό,τι θέτε, δεν αλλάζω).

Όπως επίσης, κριτικά υποστηρικτής του ρκκ και πάντα υποστηρικτής της κουρδικής υπόθεσης, δεν θεωρώ ότι το ελληνικό βαθύ κράτος πήγε για πόλεμο μόνο του με την υπόθεση Οτσαλάν, αλλά το έπιασαν κότσο τα αφεντικά του, αν και την είχε την τυχοδιωκτική έμπνευση.

Όμως, έτερον εκάτερον, εξομοίωση και θάψιμο του προβλήματος “τουρκία” με το πρόβλημα “ελληνικός εθνικισμός” ακόμα και “ελληνικός ιμπεριαλισμός” ή “μικροϊμπεριαλισμός” δεν είναι εύκολο να γίνει, και αν γίνεται γίνεται για να υπεραπολαμβάνουν οι αντιεθνικιστές αθηνών και λευκωσίας την ιδανική για την υπόθεσή “τους” ή ακόμα και υπόθεσή “μας” γεωπολιτική κατάσταση.

Ακόμα κι αν οι “δικοί” αστοί και οι  εθνο-κρατικοί συνωμότες κάνουν πάλι το λάθος και πάνε να επωφεληθούν από την απομόνωση της Τουρκίας μέσω εντολοδοσίας από Η.Π.Α, ακόμα κι αν αυτό οδηγήσει πάλι σε καταστροφή (ή και μη καταστροφή αλλά εθνικιστική “επιτυχία”) αυτό δεν εξαγιάζει ούτε αθωώνει την τουρκία, που για μένα ήταν είναι και θα παραμείνει για καιρό και χρόνο αδιευκρίνιστο ένα πράμα που αποτελεί προσβολή για τις ανθρώπινες αξίες και την ελευθερία στην περιοχή, πρώτα πρώτα για τους ίδιους τους πολίτες της.

Αυτός λοιπόν είναι ο δικός μου κόσμος σε αυτά τα ζητήματα.

Δεν με ενδιαφέρει λοιπόν πραγματικά ούτε ο “πατριωτισμός”, ούτε η “εθνική ανεξαρτησία”, ούτε το “εθνικόν κράτος”, ούτε η “εθνική οικονομία”, αλλά ούτε και ο ανύπαρκτος “εθνικός πολιτισμός” ή η φαντασιακή και υπερμεγαλομανής “εθνική ταυτότητα” των ρωμηών που φοράνε και χλαμύδα, παθιάζονται με ορτοντόξ παραλήρημα, ακούνε και μίκη μίκυ και άλλα, άλλοτε φαιδρά άλλοτε τρομακτικά άλλοτε απλά αδιάφορα.

Επίσης θεωρώ ότι το αίνιγμα αυτό που με απασχολεί κατάματα και χωρίς τις ντρόγκες όλων (σας) δεν θα λυθεί εύκολα, ούτε βέβαια θα το λύσω εγώ, τέλειωσαν αυτά, και πάντα ελπίζω περισσότερο από όλους σας μαζί να εξεγερθεί ο τουρκικός λαός, όχι για να κάνει έμμεσα τα χατήρια των ελλήνων πατριωτών-εθνικιστών, αλλά για υπάρξει ειρήνη και αδερφοσύνη και σοσιαλισμός, και θα υπάρξει.

Ήθελα να τα πω, και τώρα ησύχασα που λένε.

Leave A Comment

Your email address will not be published.