Άναυδοι

Πότε με τους «Αγανακτισμένους» και με το κίνημα του «Ψόφα». Πότε με τη Χρυσή Αυγή και πότε με τον Σύριζα. Στο δημοψήφισμα του 2015, στάθηκαν οι προσπάθειες μας σαν των Τρώων, που λέει κι ο Καβάφης. Με το 62% του ΟΧΙ μάς ήρθε ο ουρανός σφοντύλι. Ο Αλέξης Τσίπρας, μικροπωλητής -στα μάτια μας- απατηλών ελπίδων, επανεξελέγη τον Σεπτέμβριο θεαματικά. Τα ρίξαμε τότε στην κακή ελληνική παιδεία, στα κόμπλεξ της Τουρκοκρατίας και του Εμφυλίου, στο φάντασμα της Ψωροκώσταινας που αιωρείται πάνω απ’ την πατρίδα μας. Αποφανθήκαμε πως η Ελλάδα στάθηκε εκ γενετής ένα αποτυχημένο κράτος, ένα στρεβλό υβρίδιο Δύσης και Ανατολής. Ζηλέψαμε την κανονικότητα του ανεπτυγμένου κόσμου. Γίναμε μερικές στιγμές πικρόχολοι. Και -το χειρότερο- αυταπατηθήκαμε.

Το Brexit μάς ταρακούνησε, μάς αποκάλυψε επιτέλους ότι και στην «πολιτισμένη Ευρώπη» οι τοίχοι τρίζουν και το σπίτι μπάζει νερά. Ο Ντόναλντ Τραμπ φάνταζε στα μάτια μας σαν τον κακό λύκο του παραμυθιού. Έκανε «φουου!», την περασμένη Τρίτη, ο λύκος και γκρέμισε τους αχυρένιους τοίχους. Κι εμείς, τα αθώα γουρουνάκια, τρέχουμε έκτοτε πέρα-δώθε πανικόβλητα.

«Σταματήστε τη γη να κατέβω!» έγραψε ένας χρήστης του facebook καθώς αντίκρυζε τον πορτοκαλί πλανητάρχη να εισέρχεται καμαρωτός στον Λευκό Οίκο. «Καληνύχτα Λέοναρντ… Αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ…» θρήνησε μιά άλλη, συνδυάζοντας κατά τον πιο σαχλό τρόπο τον Κοέν με τον Χατζιδάκι. Σαχλό και ολότελα λανθασμένο. Αλλάζει ο κόσμος με ραγδαίους ρυθμούς. Κάποιοι απλώς, στρογγυλοκαθισμένοι στις παρηγορητικές τους ψευδαισθήσεις, αρνούνται -ακόμα και σήμερα- να το αποδεχθούν.

Θυμάστε το σήριαλ «Sex and the City»; Επρόκειτο για το πλέον ελπιδοφόρο μήνυμα δεκαπέντε χρόνια πριν, στο γύρισμα της χιλιετίας. Τέσσερις νέες γυναίκες και η πόλη, η Νέα Υόρκη, το «Μεγάλο Μήλο» -«if you can make it there, you can make it anywhere»-  να απλώνεται στα πόδια τους. Η Κάρυ Μπράντσοου και οι φιλενάδες της δεν είχαν κληρονομήσει περιουσίες, δεν διέθεταν απαστράπτουσα ομορφιά ή πνεύμα. Αποτελούσαν ωραιοποιημένες εκδοχές της μέσης τριαντάρας, έως σαραντάρας. Κι όμως, η ζωή τούς τα’ δινε όλα πλουσιοπάροχα. Σύχναζαν στα ανερχόμενα στέκια, προσκαλούνταν στα λαμπερά πάρτυ, βίωναν παράφορους έρωτες… Το γεγονός ότι ο μέσος τηλεθεατής στην Αμερική και στην Ευρώπη τις προσελάμβανε ως οικείες του ηρωίδες αποδεικνύει την ατμόσφαιρα που τότε επικρατούσε. Τι Κουίνς, τι Αιγάλεω! Τι Σόχο, τι Κολωνάκι!

Βρέθηκα τις προάλλες σε μια παμπ στο Λονδίνο, με μια παρέα ντόπιων δημοσιογράφων, καλλιτεχνών, επιχειρηματιών της ψηφιακής εποχής, οι οποίοι -σε πείσμα της γενικευμένης κατήφειας- εξακολουθούν να επενδύουν ελπίδες στο μέλλον. «Σε παρακαλώ, περίγραψέ μου την καθημερινότητα του συνομηλίκου σου πίσω από την μπάρα» ζήτησα από τον Ίαν, ο οποίος -στα εικοσιοκτώ του- σχεδιάζει διαδικτυακές εφαρμογές. Τον παρατήρησε για λίγο και ξεκίνησε: «Αυτός ο τύπος βγάζει κατά μέσον όρον εξήντα λίρες τη βάρδια, μαζί με τα φιλοδωρήματα. Κατοικεί σε ένα μίζερο σπίτι των τριάντα τετραγωνικών κάπου εδώ γύρω διότι απλούστατα εάν προτιμούσε τα περίχωρα, οι συγκοινωνίες θα του κόστιζαν όσο σχεδόν και η διαφορά του ενοικίου. Πληρώνει σε νοίκι τα μισά από όσα βγάζει. Έχει ένα απλήρωτο ρεπό την εβδομάδα. Τρέφεται με τζανκ-φουντ, δεν πίνει παρά μπύρα ή πολύ φτηνό κρασί και αν έχει κορίτσι, το συναντά στη χάση και στη φέξη. Οι πιθανότητες να ξεφύγει από αυτήν την κατάσταση διαγράφονται μηδαμινές. Πώς να μην φτύνει συνεπώς στα μούτρα -δημοκρατικά προς το παρόν, με την ψήφο του- όποιους απολαμβάνουν ό,τι ο ίδιος στερείται; Πώς να μην απεχθάνεται τους επιτυχημένους και διάσημους που τάχθηκαν με το Bremain;» «Σε τι διαφέρει αυτός ο τύπος από τον προλετάριο της ντικενσιανής εποχής;» ρώτησα ελαφρώς προκλητικά. «Προφανώς δεν στερείται θερμίδες. Ούτε μαυρίζουν τα πνευμόνια του από το κάρβουνο….» μού απάντησε. «Από την άλλη όμως μεριά, ο προλετάριος της Βικτωριανής Αγγλίας δεν ένοιωθε να του τρίβουν στη μούρη -μέσα απ’ τον κινηματογράφο, τα σήριαλ, τη διαφήμιση- ανέσεις και αγαθά που δεν είχε καμιά ελπίδα να αποκτήσει…»

Τι μεσολάβησε από τη χαρισάμενη εποχή του Sex and the City μέχρι σήμερα; Το ξέρετε καλύτερα από εμένα. Τεχνολογική πρόοδος, που ο πλούτος τον οποίον δημιούργησε δεν διανεμήθηκε. Αποβιομηχανοποίηση, μαζική μεταφορά εργοστασιακών μονάδων σε χώρες του πρώην Τρίτου Κόσμου ή της πρώην Ανατολικής Ευρώπης. Αθρόα παράλληλα εισροή πληθυσμών από τις παραπάνω χώρες, πληθυσμών που χαίρονται και μόνο επειδή επιβιώνουν. Παγκοσμιοποίηση.

Πληροφορούμαι ότι με την καταμέτρηση και της τελευταίας κάλπης, η Χίλαρυ εμφανίζει ένα σαφές προβάδισμα σε απόλυτο αριθμό ψήφων. Διαβάζω ανθρώπους να επαναπαύονται, «ο Τραμπ κέρδισε εξαιτίας του άδικου συστήματος» να γράφουν «η Αμερική παραμένει προοδευτική». Ας μην χαίρονται τόσο. Τη Χίλαρυ προτίμησε το 47,8% ενώ τον Τραμπ το 47,3%.

Από μιαν άποψη, ευτυχώς που επικράτησε ο Τραμπ. Εάν καταλάμβανε την προεδρία η Κλίντον και εξακολουθούσε αμέριμνη την ίδια πολιτική, το 2020 κάποιος αντίστοιχος -ή και ακόμα χειρότερος- του Τραμπ θα σάρωνε με 65%. Υπάρχει χειρότερος από τον Τραμπ; Πάντα υπάρχει χειρότερος. Ακόμα κι απ’ τον Τραμπ.

Επείγει να σταματήσουμε να μένουμε άναυδοι. Επείγει να διατυπωθεί ένα καινούργιο κοινωνικό συμβόλαιο, το οποίο να μην οδηγεί στον αποκλεισμό και στην απελπισία κομμάτια ολόκληρα του πληθυσμού. Έστω κι αν πρόκειται για αμόρφωτους επαρχιώτες, με αισθητική, με ιδεολογικές και θρησκευτικές εμμονές  οι οποίες δεν είναι του γούστου μας. Επείγει να χαμηλώσουμε το φρύδι, να σταματήσουμε να κουνάμε αυστηρά το δάχτυλο στα γεγονότα.

Ο πλανήτης δεν θα σταματήσει για να κατέβει κανείς. Η πραγματικότητα θα ξεράσει απλώς όσους επιμένουν να ναρκισσεύονται, παριστάνοντας τους ποιοτικούς, τους ονειροπόλους, τους διαφορετικούς. Θα τους αποβάλει δίχως έλεος. Σαν την τρίχα απ’ το ζυμάρι.

Του Χρήστου Χωμενίδη στο www.capital.gr

Φανταστικός Χαρακτήρας σε Πραγματικό Προτεκτοράτο.

2 έτη ago